07Νοέ
2016

Αισθητηριακή ολοκλήρωση στα παιδιά με ΔΑΦ

Η αισθητηριακή ολοκλήρωση είναι μια εγγενής  νευροβιολογική διαδικασία που αφορά την ολοκλήρωση και αποκωδικοποίηση του αισθητηριακού ερεθίσματος στον εγκέφαλο. Η Dr. A. Jean Ayres ανέπτυξε τη γενική θεωρία της αισθητηριακής ολοκλήρωσης και της θεραπείας μέσα από μελέτες στις νευροεπιστήμες και από μελέτες της σωματικής και νευρομυικής ανάπτυξης τη δεκαετία του εξήντα.

Η αισθητηριακή ολοκλήρωση ,λοιπόν, είναι μια νευροβιολογική διαδικασία που οργανώνει τις αισθήσεις μας από το σώμα και τα περιβάλλον. Καθιστά δε δυνατή την αποτελεσματική χρήση του σώματος μέσα στο περιβάλλον. Αναφερόμαστε δηλαδή σε επεξεργασία πληροφοριών. Το νευρικό σύστημα δέχεται συνεχώς μια πλειάδα ερεθισμάτων, τα οποία ερμηνεύονται, σχετίζονται μεταξύ τους και ενοποιούνται.

Χρόνια γνωρίζουμε ότι ο άνθρωπος διαθέτει 5 αισθήσεις, τώρα προστίθενται και άλλες 2 οι οποίες είναι κεντρικές στη θεωρία της αισθητηριακής ολοκλήρωσης. Η πρώτη είναι η ιδεοδεκτικότητα, μια αίσθηση που τη λαμβάνουμε από τους μύες, τους τένοντες και τις αρθρώσεις και παρέχει πληροφορίες για το που βρίσκονται τα μέλη του σώματος μας στο χώρο. (πχ ακόμη και με κλειστά μάτια ή χωρίς να κοιτάμε, ξέρουμε που βρίσκονται τα μέλη μας). Η δεύτερη αίσθηση είναι μια αίσθηση που τη δεχόμαστε από το αιθουσαίο σύστημα, που βρίσκεται στο έσωτερικό του αυτιού και δίνει πληροφορίες για τη θέση του κεφαλιού μας και για τη φορά και ταχύτητα της κίνησης μας. Αυτή η αίσθηση είναι γνωστή και σαν αίσθηση της κίνησης ή αίσθησης της ισορροπίας.

Η αισθητηριακή ολοκλήρωση εστιάζεται κυρίως σε 3 αισθήσεις , την απτική, την αιθουσαία και την ιδιοδεκτική. Η διασύνδεση τους αρχίζει να σχηματίζεται πριν τη γέννηση και συνεχίζει να αναπτύσσεται καθώς το άτομο ωριμάζει και αλληλεπιδρά με το περιβάλλον του. Οι τρεις αισθήσεις δεν συνδέονται μόνο μεταξύ τους αλλά και με τις υπόλοιπες αισθήσεις στον εγκέφαλο. Αν και οι τρεις αυτές αισθήσεις, είναι λιγότερο γνωστές από την όραση και την ακοή είναι πολύ σημαντικές στη ζωή μας. Βασικά μας επιτρέπουν να αντιλαμβανόμαστε, να αποτυπώνουμε και να αντιδράμε σε διαφορετικά ερεθίσματα στο περιβάλλον μας.

Όπως προαναφέρθηκε,  το νευρικό μας σύστημα δέχεται συνεχώς πληροφορίες, ερεθίσματα, καθ’ ένα απ’ τα οποία έχει κάποια χαρακτηριστικά όπως η ένταση, η συχνότητα, η διάρκεια, η πολυπλοκότητα, καθώς και το αν είναι καινούργιο ή όχι. Ο ανθρώπινος εγκέφαλός λοιπόν προσπαθεί να ρυθμίσει τις εισερχόμενες πληροφορίες, μέσω δύο διαδικασιών. Της διευκόλυνσης και της αναστολής.

Στόχος λοιπόν, είναι, να διαμορφωθεί μια ισορροπία μεταξύ της εξοικείωσης σε ερεθίσματα και της ευαισθητοποίησης σ’ αυτά, έτσι ώστε να μπορέσει να υπάρξει μια προσαρμοστική συμπεριφορά. Είναι σημαντικό να διατηρηθεί ένα επίπεδο διέγερσης που να ευνοεί τη λειτουργικότητα, ώστε το άτομο να μην είναι ληθαργικό αλλά ούτε και σε συνεχή ένταση. Είναι λοιπόν πολύ σημαντικό να υπάρχει μια ισορροπία.

Αφού λοιπόν το άτομο δεχτεί ένα ερέθισμα θα υπάρξει μια αντίδραση. Ο βαθμός, η ένταση και η ποιότητα της αντίδρασής αυτής, πρέπει να είναι ανάλογη με την περιβαλλοντική απαίτηση και με το ερέθισμα που δέχτηκε. Όταν υπάρχουν δυσκολίες στην αισθητηριακή ρύθμιση, τότε οι αντιδράσεις σε ερεθίσματα μπορεί να είναι πολύ μειωμένες, οπότε μιλάμε για υπό – αντιδραστικότητα ή μπορεί να είναι πολύ αυξημένες, οπότε εκεί μιλάμε για υπέρ – αντιδραστικότητα.